Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
risky
01
επικίνδυνος, ριψοκίνδυνος
involving the possibility of loss, danger, harm, or failure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
riskiest
συγκριτικός βαθμός
riskier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Investing in cryptocurrency is considered risky due to its volatility.
Η επένδυση σε κρυπτονομίσματα θεωρείται επικίνδυνη λόγω της μεταβλητότητάς της.
02
επικίνδυνος, ριψοκίνδυνος
exposing one to financial loss or instability
Παραδείγματα
The risky stock market move paid off for some investors.
Η επικίνδυνη κίνηση στο χρηματιστήριο απέδωσε για ορισμένους επενδυτές.
Λεξικό Δέντρο
riskily
riskiness
risky
risk



























