Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to revolt
01
εξοργίζω, προκαλώ αηδία
to cause strong disgust or offense to someone's morals
Transitive: to revolt sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
revolt
γ΄ ενικό πρόσωπο
revolts
ενεστώτα μετοχή
revolting
απλός αόριστος
revolted
παθητική μετοχή
revolted
Παραδείγματα
The sight of animal testing revolted many consumers.
Η θέα των δοκιμών σε ζώα εξόργισε πολλούς καταναλωτές.
02
προκαλώ αηδία, εξοργίζω
to make someone feel extreme disgust or repulsion
Transitive: to revolt sb
Παραδείγματα
The stench of the uncleaned restroom revolted him.
Η δυσωδία της μη καθαρισμένης τουαλέτας τον αηδίασε.
03
εξεγείρομαι, επαναστατώ
to lead a sudden and often forceful change against a government or system that is perceived as oppressive, seeking a radical transformation
Intransitive
Παραδείγματα
The oppressed population organized to revolt against the dictator's rule.
Ο καταπιεσμένος πληθυσμός οργανώθηκε για να εξεγερθεί ενάντια στην κυριαρχία του δικτάτορα.
04
επαναστατώ, εξεγείρομαι
to strongly reject or oppose something
Παραδείγματα
He revolted at the idea that intelligence is fixed from birth.
Εξεγέρθηκε κατά της ιδέας ότι η νοημοσύνη είναι καθορισμένη από τη γέννηση.
Revolt
01
ανταρσία, επανάσταση
a rebellion or uprising, often involving violence, by a group of people against an authority or ruling power
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
revolts
Παραδείγματα
The revolt spread quickly across the region, gaining support.
Η επανάσταση εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλη την περιοχή, κερδίζοντας υποστήριξη.
Λεξικό Δέντρο
revolting
revolt



























