Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to revolt
01
εξοργίζω, προκαλώ αηδία
to cause strong disgust or offense to someone's morals
Transitive: to revolt sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
revolt
γ΄ ενικό πρόσωπο
revolts
ενεστώτα μετοχή
revolting
απλός αόριστος
revolted
παθητική μετοχή
revolted
Παραδείγματα
His sexist remarks revolted the entire audience.
Οι σεξιστικές του παρατηρήσεις εξόργισαν όλο το κοινό.
02
προκαλώ αηδία, εξοργίζω
to make someone feel extreme disgust or repulsion
Transitive: to revolt sb
Παραδείγματα
The thought of eating insects revolts many people.
Η ιδέα της κατανάλωσης εντόμων προκαλεί αηδία σε πολλούς ανθρώπους.
03
εξεγείρομαι, επαναστατώ
to lead a sudden and often forceful change against a government or system that is perceived as oppressive, seeking a radical transformation
Intransitive
Παραδείγματα
The people decided to revolt against the oppressive government, seeking a complete overhaul of the system.
Ο λαός αποφάσισε να εξεγερθεί κατά της καταπιεστικής κυβέρνησης, ζητώντας μια πλήρη αναδιάρθρωση του συστήματος.
04
επαναστατώ, εξεγείρομαι
to strongly reject or oppose something
Παραδείγματα
The students revolted against the strict school rules.
Οι μαθητές εξεγέρθηκαν ενάντια στους αυστηρούς σχολικούς κανόνες.
Revolt
01
ανταρσία, επανάσταση
a rebellion or uprising, often involving violence, by a group of people against an authority or ruling power
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
revolts
Παραδείγματα
The revolt against the oppressive regime lasted for months.
Η επανάσταση κατά του καταπιεστικού καθεστώτος διήρκεσε μήνες.
Λεξικό Δέντρο
revolting
revolt



























