Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Retrospect
01
αναδρομή, ανασκόπηση
the act of looking back on or reviewing past events or situations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The team conducted a retrospect to understand what went wrong during the project.
Η ομάδα πραγματοποίησε μια αναδρομή για να κατανοήσει τι πήγε στραβά κατά τη διάρκεια του έργου.
to retrospect
01
αναπολώ το παρελθόν, κάνω αναδρομή
to look back on past events
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
retrospect
γ΄ ενικό πρόσωπο
retrospects
ενεστώτα μετοχή
retrospecting
απλός αόριστος
retrospected
παθητική μετοχή
retrospected
Παραδείγματα
Every year, on his birthday, Jack retrospects on the accomplishments and lessons from the previous year.
Κάθε χρόνο, στα γενέθλιά του, ο Τζακ κάνει αναδρομή στα επιτεύγματα και τα μαθήματα του προηγούμενου έτους.



























