Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retrospectively
01
αναδρομικά, εκ των υστέρων
considering things from a past point of view
Παραδείγματα
The policy changes were implemented retrospectively to address past issues.
Οι αλλαγές στην πολιτική εφαρμόστηκαν αναδρομικά για να αντιμετωπιστούν προηγούμενα ζητήματα.
Λεξικό Δέντρο
retrospectively
retrospective
retrospect



























