Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to retrograde
01
οπισθοχωρώ, επιδεινώνομαι
get worse or fall back to a previous condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
retrograde
γ΄ ενικό πρόσωπο
retrogrades
ενεστώτα μετοχή
retrograding
απλός αόριστος
retrograded
παθητική μετοχή
retrograded
02
οπισθοχωρώ, επιστρέφω σε προηγούμενα στάδια
to revisit or return to previous steps, decisions, or stages
Παραδείγματα
The teacher asked the students to retrograde their lessons to ensure they understood the basics.
Ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές να επιστρέψουν στα μαθήματά τους για να βεβαιωθούν ότι κατανοούν τα βασικά.
03
οπισθοχωρώ, κινούμαι προς τα πίσω
to move or shift backward
Παραδείγματα
After the malfunction, the satellite began to retrograde from its intended orbit, causing panic at the space station.
Μετά τη δυσλειτουργία, ο δορυφόρος άρχισε να οπισθοχωρεί από την προβλεπόμενη τροχιά του, προκαλώντας πανικό στον διαστημικό σταθμό.
04
οπισθοχωρώ, κινώ προς την αντίθετη κατεύθυνση
move in a direction contrary to the usual one
05
οπισθοχωρώ, κινούμαι προς τα πίσω
move backward in an orbit, of celestial bodies
retrograde
01
οπισθοδρομικός, σε οπισθοδρόμηση
of amnesia; affecting time immediately preceding trauma
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
οπισθοδρομικός, κινούμενος αντίστροφα
moving from east to west on the celestial sphere; or--for planets--around the sun in a direction opposite to that of the Earth
03
οπισθοδρομικός, επιδεινούμενος
going from better to worse
04
οπισθοδρομικός, προς τα πίσω
having a movement or direction toward the back
Παραδείγματα
The retrograde motion of the planet confused astronomers for centuries.
Η οπισθοδρομική κίνηση του πλανήτη μπέρδεψε τους αστρονόμους για αιώνες.



























