Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retrogressive
01
οπισθοδρομικός, παλινδρομικός
having the tendency to move backward or return to an earlier, less advanced state
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most retrogressive
συγκριτικός βαθμός
more retrogressive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The decision to cut education funding was seen as retrogressive by many.
Η απόφαση να μειωθεί η χρηματοδότηση της εκπαίδευσης θεωρήθηκε οπισθοδρομική από πολλούς.
Λεξικό Δέντρο
retrogressive
retrogress



























