reticence
re
ˈrɛ
re
ti
ti
cence
səns
sēns

Ορισμός και σημασία του "reticence"στα αγγλικά

01

συγκράτηση

the quality of being reserved or quiet in one's communication with others 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her reticence prevented her from speaking up in meetings, even when she had valuable insights to share. 

Η συγκρατημένη της στάση την εμπόδιζε να μιλήσει σε συναντήσεις, ακόμα και όταν είχε πολύτιμες πληροφορίες να μοιραστεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store