resonating
re
ˈrɛ
ρε
so
ζα
na
ˌneɪ
νει
ting
tɪng
τινγκ
/ɹˈɛzənˌe‍ɪtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "resonating"στα αγγλικά

resonating
01

αντηχητικός, που αντηχεί

having a quality of sound or effect that lingers or echoes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most resonating
συγκριτικός βαθμός
more resonating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The resonating bass from the concert reached every corner of the venue.
Ο ηχηρός μπάσος από τη συναυλία έφτασε σε κάθε γωνιά του χώρου.

Λεξικό Δέντρο

resonating
resonate
reson
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store