Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
resonating
01
αντηχητικός, που αντηχεί
having a quality of sound or effect that lingers or echoes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most resonating
συγκριτικός βαθμός
more resonating
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sound, perception, effect
Παραδείγματα
The resonating chime could be heard throughout the building.
Ο ηχηρός κώδωνας μπορούσε να ακουστεί σε όλο το κτίριο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
resonating
resonate
reson



























