Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to resemble
01
μοιάζω
to have a similar appearance or characteristic to someone or something else
Transitive: to resemble sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
resemble
γ΄ ενικό πρόσωπο
resembles
ενεστώτα μετοχή
resembling
απλός αόριστος
resembled
παθητική μετοχή
resembled
Παραδείγματα
The actor strongly resembles the historical figure he portrays in the movie.
Ο ηθοποιός μοιάζει πολύ με το ιστορικό πρόσωπο που υποδύεται στην ταινία.
Λεξικό Δέντρο
resemblance
resemble



























