to resell
re
ri:
ri
sell
ˈsɛl
sel
retellreseal
re-sell

Ορισμός και σημασία του "resell"στα αγγλικά

to resell
01

επαναπωλώ, πουλώ ξανά

to sell something one has previously purchased 
Transitive: to resell sth
to resell definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
resell
γ΄ ενικό πρόσωπο
resells
ενεστώτα μετοχή
reselling
απλός αόριστος
resold
παθητική μετοχή
resold
Παραδείγματα
Online platforms provide opportunities for individuals to resell second-hand items. 

Οι διαδικτυακές πλατφόρμες παρέχουν στους ιδιώτες ευκαιρίες να ξαναπουλήσουν μεταχειρισμένα αντικείμενα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

resell
sell
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store