Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to resell
01
επαναπωλώ, πουλώ ξανά
to sell something one has previously purchased
Transitive: to resell sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
resell
γ΄ ενικό πρόσωπο
resells
ενεστώτα μετοχή
reselling
απλός αόριστος
resold
παθητική μετοχή
resold
Παραδείγματα
Online platforms provide opportunities for individuals to resell second-hand items.
Οι διαδικτυακές πλατφόρμες παρέχουν στους ιδιώτες ευκαιρίες να ξαναπουλήσουν μεταχειρισμένα αντικείμενα.
Λεξικό Δέντρο
resell
sell



























