to resent
re
ri
sent
ˈzɛnt
zent
resetregentreseatresect

Ορισμός και σημασία του "resent"στα αγγλικά

to resent
01

δυσαρεστούμαι, αισθάνομαι πικραμένος

to feel irritated, angry, or displeased about something 
Transitive: to resent sb/sth
to resent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
resent
γ΄ ενικό πρόσωπο
resents
ενεστώτα μετοχή
resenting
απλός αόριστος
resented
παθητική μετοχή
resented
Παραδείγματα
She resents having to do all the household chores while her siblings do nothing. 

Αισθάνεται πικρία που πρέπει να κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού ενώ τα αδέρφια της δεν κάνουν τίποτα.

Λεξικό Δέντρο

resentful
resentment
resent
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store