Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to resell
01
επαναπωλώ, πουλώ ξανά
to sell something one has previously purchased
Transitive: to resell sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
resell
γ΄ ενικό πρόσωπο
resells
ενεστώτα μετοχή
reselling
απλός αόριστος
resold
παθητική μετοχή
resold
Παραδείγματα
Last month, the retailer resold returned merchandise during a clearance sale.
Τον περασμένο μήνα, ο λιανοπωλητής ξαναπούλησε επιστραφείσα αγαθά κατά τη διάρκεια μιας εκκαθάρισης.
Λεξικό Δέντρο
resell
sell



























