Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reprieve
01
αναστολή, προσωρινή ανακούφιση
a temporary alleviation from harm, difficulty, or discomfort
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reprieves
Παραδείγματα
The cool breeze was a reprieve from the summer heat.
Το δροσερό αεράκι ήταν μια προσωρινή ανακούφιση από τη ζέστη του καλοκαιριού.
02
αναβολή, ανάσα
a temporary postponement or cancellation of a punishment
Παραδείγματα
The governor granted a last-minute reprieve to the condemned prisoner, giving the legal team additional time to present new evidence.
Ο κυβερνήτης χορήγησε μια αναβολή την τελευταία στιγμή στον καταδικασμένο κρατούμενο, δίνοντας στη νομική ομάδα επιπλέον χρόνο για να παρουσιάσει νέα στοιχεία.
03
ανάπαυλα, αναστολή
an interruption or temporary reduction in intensity or amount
Παραδείγματα
The storm offered a brief reprieve in the middle of the week.
Η καταιγίδα προσέφερε μια σύντομη ανάπαυλα στη μέση της εβδομάδας.
to reprieve
01
αναβάλλω, προσωρινά ανακουφίζω
relieve temporarily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reprieve
γ΄ ενικό πρόσωπο
reprieves
ενεστώτα μετοχή
reprieving
απλός αόριστος
reprieved
παθητική μετοχή
reprieved
02
αναβάλλω, συγχωρώ
to delay or cancel a punishment, especially an execution
Παραδείγματα
The prisoner was reprieved.
Ο κρατούμενος έλαβε αναστολή της ποινής.



























