Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Redress
01
αποζημίωση, επιδιόρθωση
a sum of money paid to someone to make up for the damage or harm done to them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The insurance company offered redress to cover the cost of the stolen goods.
Η ασφαλιστική εταιρεία προσέφερε αποζημίωση για την κάλυψη του κόστους των κλεμμένων αγαθών.
02
αποκατάσταση, αποζημίωση
the act of setting right a wrong, correcting an injustice, or remedying a fault or harm
Παραδείγματα
Redress was granted after years of litigation.
Η αναπλήρωση χορηγήθηκε μετά από χρόνια δικαστικών διαφορών.
03
ανασχεδιασμός σκηνής, μετασχηματισμός σκηνικού
the process of modifying a stage set or scenery during a performance to show a different place or time, creating the illusion of multiple settings without needing separate stages
Παραδείγματα
The director relied on creative redress to suggest time passing without elaborate set changes.
Ο σκηνοθέτης βασίστηκε στη δημιουργική αναπροσαρμογή για να υποδηλώσει τη πάροδο του χρόνου χωρίς περίπλοκες αλλαγές σκηνικού.
to redress
01
διορθώνω, αποζημιώνω
to do something in order to make up for a wrongdoing or to make things right
Transitive: to redress a mistake
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
redress
γ΄ ενικό πρόσωπο
redresses
ενεστώτα μετοχή
redressing
απλός αόριστος
redressed
παθητική μετοχή
redressed
Παραδείγματα
The court 's decision was meant to redress the injustice suffered by the victims.
Η απόφαση του δικαστηρίου αποσκοπούσε να διορθώσει την αδικία που υπέστησαν τα θύματα.
Λεξικό Δέντρο
redress
dress



























