Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
barely
01
μόλις, σχεδόν όχι
in a manner that almost does not exist or occur
Παραδείγματα
She barely managed to catch the train before it departed.
Μόλις κατάφερε να πιάσει το τρένο πριν αναχωρήσει.
Παραδείγματα
The firefighters barely evacuated the building before the roof collapsed.
Οι πυροσβέστες μόλις που εκκένωσαν το κτίριο πριν καταρρεύσει η στέγη.
03
μόλις, σχεδόν
by a little
Λεξικό Δέντρο
barely
bare



























