Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to recreate
01
αναδημιουργώ, αναπαράγω
to make something again or bring it back into existence or imagination
Transitive: to recreate sth
Παραδείγματα
She wanted to recreate her grandmother's famous apple pie recipe.
Ήθελε να αναδημιουργήσει τη διάσημη συνταγή μηλόπιτας της γιαγιάς της.
02
αναζωογονώ, ανανεώνω
to refresh, revitalize, or give new life to something
Transitive: to recreate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recreate
γ΄ ενικό πρόσωπο
recreates
ενεστώτα μετοχή
recreating
απλός αόριστος
recreated
παθητική μετοχή
recreated
Παραδείγματα
After a long meeting, a short walk helped recreate his focus and energy.
Μετά από μια μεγάλη συνάντηση, ένας σύντομος περίπατος βοήθησε να αναδημιουργήσει τη συγκέντρωση και την ενέργειά του.
03
αναψυχή, διασκεδάζω
to participate in leisure activities or take time off from work in order to relax or be entertained
Intransitive
Παραδείγματα
After a busy week at work, he decided to recreate by going for a long hike.
Μετά από μια απασχολημένη εβδομάδα στη δουλειά, αποφάσισε να αναψυχθεί πηγαίνοντας για μια μεγάλη πεζοπορία.
Λεξικό Δέντρο
recreate
create



























