Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to recreate
01
αναδημιουργώ, αναπαράγω
to make something again or bring it back into existence or imagination
Transitive: to recreate sth
Παραδείγματα
The author is recreating the magic of their first novel in their latest work, much to the delight of their fans.
Ο συγγραφέας αναδημιουργεί τη μαγεία του πρώτου του μυθιστορήματος στο τελευταίο του έργο, προς μεγάλη χαρά των θαυμαστών του.
02
αναζωογονώ, ανανεώνω
to refresh, revitalize, or give new life to something
Transitive: to recreate sth
Παραδείγματα
The new book helped recreate her love for reading, which had faded over time.
Το νέο βιβλίο βοήθησε να αναδημιουργήσει την αγάπη της για την ανάγνωση, η οποία είχε ξεθωριάσει με το πέρασμα του χρόνου.
03
αναψυχή, διασκεδάζω
to participate in leisure activities or take time off from work in order to relax or be entertained
Intransitive
Παραδείγματα
He likes to recreate by attending music festivals and enjoying different genres.
Του αρέσει να ψυχαγωγείται παρακολουθώντας μουσικά φεστιβάλ και απολαμβάνοντας διαφορετικά είδη.
Λεξικό Δέντρο
recreate
create



























