recondite
re
ˈrɛ
re
con
kən
kēn
dite
daɪt
dait

Ορισμός και σημασία του "recondite"στα αγγλικά

01

δύσκολος στην κατανόηση, απόκρυφος

difficult to understand or obscure to most people due to its complexity 
αποδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most recondite
συγκριτικός βαθμός
more recondite
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ancient text contained recondite wisdom that took years to decipher. 

Το αρχαίο κείμενο περιείχε βαθιά σοφία που χρειάστηκε χρόνια για να αποκρυπτογραφηθεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store