Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reconnoiter
01
αναγνωρίζω, πραγματοποιώ αναγνώριση
to make a military observation or examination of an area to gather information, often in preparation for a future action
Transitive: to reconnoiter an area
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reconnoiter
γ΄ ενικό πρόσωπο
reconnoiters
ενεστώτα μετοχή
reconnoitering
απλός αόριστος
reconnoitered
παθητική μετοχή
reconnoitered
Παραδείγματα
The soldiers were sent to reconnoiter the enemy's positions before the main assault.
Οι στρατιώτες στάλθηκαν να αναγνωρίσουν τις θέσεις του εχθρού πριν από την κύρια επίθεση.
Λεξικό Δέντρο
reconnoitering
reconnoiter



























