recondite
re
ˈrɛ
ρε
con
kən
καν
dite
ˌdaɪt
νταιτ
/ɹˌiːkəndˈa‍ɪt/

Ορισμός και σημασία του "recondite"στα αγγλικά

01

δύσκολος στην κατανόηση, απόκρυφος

difficult to understand or obscure to most people due to its complexity
Disapproving
Formal
Παραδείγματα
The recondite language of the legal document made it challenging for the layperson to grasp its implications without a lawyer's help.
Η δύσκολη γλώσσα του νομικού εγγράφου έκανε δύσκολο για τον απλό πολίτη να κατανοήσει τις επιπτώσεις του χωρίς τη βοήθεια ενός δικηγόρου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store