Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Barb
01
δριμεία παρατήρηση, καυστικό σχόλιο
a sharp or pointed remark that is intended to criticize or upset someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
barbs
Παραδείγματα
Sarah couldn't help but feel hurt by Tom's barb about her cooking skills during the dinner party.
Η Σάρα δεν μπορούσε παρά να νιώσει πληγωμένη από το καυστικό σχόλιο του Τομ για τις μαγειρικές της ικανότητες κατά το δείπνο.
02
βαρβούλα, νήμα
one of the thin, hair-like structures branching from the main shaft of a bird's feather
Παραδείγματα
The barbs on the feather interlock to create a smooth surface.
Τα βέλη του φτερού αλληλοσυνδέονται για να δημιουργήσουν μια λεία επιφάνεια.
03
αγκίστρι, αγκάθι
a sharp projection on an arrowhead, spear, or similar tool designed to make removal difficult
Παραδείγματα
The arrow's barb caused severe internal injury.
Το αγκίστρι του βέλους προκάλεσε σοβαρό εσωτερικό τραυματισμό.
04
ένα αγκάθι, μια αιχμηρή προεξοχή
a sharp projection or point, typically found on wire fencing, designed to deter and hinder passage or intrusion
Παραδείγματα
The barbs on the fence were an effective deterrent against trespassers.
Οι ακίδες στο φράχτη ήταν ένα αποτελεσματικό αποτρεπτικό μέσο κατά των εισβολέων.
to barb
01
εξοπλίζω με αιχμηρές προεξοχές, εφοδιάζω με αγκίστρια
to equip something, such as a weapon, hook, or wire, with sharp projections
Transitive: to barb sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
barb
γ΄ ενικό πρόσωπο
barbs
ενεστώτα μετοχή
barbing
απλός αόριστος
barbed
παθητική μετοχή
barbed
Παραδείγματα
The craftsman barbed the fishing hooks to secure the catch.
Ο τεχνίτης καρφίτωσε τα αγκίστρια για να ασφαλίσει το ψάρεμα.



























