raised
Pronunciation
/ˈɹeɪzd/

Ορισμός και σημασία του "raised"στα αγγλικά

01

υψωμένος, ανυψωμένος

physically elevated above the surrounding surface or ground
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most raised
συγκριτικός βαθμός
more raised
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The museum displayed the artifact on a raised pedestal for better visibility.
Το μουσείο παρουσίασε το αρχαίο αντικείμενο σε ένα υπερυψωμένο βάθρο για καλύτερη ορατότητα.
02

ανάγλυφος, κεντημένος

embellished with a raised pattern created by pressure or embroidery
03

υψηλός, αυξημένος

heightened in amount or intensity
Παραδείγματα
The raised awareness about climate change has led to more community initiatives.
Η αυξημένη ευαισθητοποίηση για την κλιματική αλλαγή έχει οδηγήσει σε περισσότερες κοινοτικές πρωτοβουλίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store