Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
racy
01
γευστικός, πλούσιος στη γεύση
marked by richness and fullness of flavor
02
γεμάτος ζωντάνια, ενεργητικός
full of zest or vigor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
raciest
συγκριτικός βαθμός
racier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
style, energy, character
03
αθλητικός, τολμηρός
displaying qualities of speed, boldness, or provocation and suitable for competition
Παραδείγματα
The lightweight, aerodynamic design of the new sports car made it exceptionally racy on the racetrack.
Το ελαφρύ, αεροδυναμικό σχέδιο του νέου αθλητικού αυτοκινήτου το έκανε εξαιρετικά γρήγορο στην πίστα αγώνων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
racily
raciness
racy
race



























