Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
radial
01
ακτινικός, σχετικός με την ακτίνα
relating or close to the radius of a circle or sphere
Παραδείγματα
Radial functions in mathematics describe quantities that depend only on the radial distance from a point.
Οι ακτινικές συναρτήσεις στα μαθηματικά περιγράφουν ποσότητες που εξαρτώνται μόνο από την ακτινική απόσταση από ένα σημείο.
02
ακτινικός, κατά ακτίνα
relating to or moving along or having the direction of a radius
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
03
ακτινικός, λαμπερός
issuing in rays from a common center; relating to rays of light
04
ακτινικός, ακτινοβολών
arranged like rays or radii; radiating from a common center
Radial
01
ραδιενή ελαστικό, πνευματικό ελαστικό με ραδιενή επένδυση
pneumatic tire that has radial-ply casing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
radials
Λεξικό Δέντρο
biradial
radially
radial
radius



























