radial
ra
ˈreɪ
rei
dial
diəl
diēl
radicalracialredial

Ορισμός και σημασία του "radial"στα αγγλικά

01

ακτινικός, σχετικός με την ακτίνα

relating or close to the radius of a circle or sphere 
radial definition and meaning
Παραδείγματα
The radial distance from the center of the circle determines its circumference. 

Η ακτινική απόσταση από το κέντρο του κύκλου καθορίζει την περιφέρειά του.

02

ακτινικός, κατά ακτίνα

relating to or moving along or having the direction of a radius 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
03

ακτινικός, λαμπερός

issuing in rays from a common center; relating to rays of light 
04

ακτινικός, ακτινοβολών

arranged like rays or radii; radiating from a common center 
01

ραδιενή ελαστικό, πνευματικό ελαστικό με ραδιενή επένδυση

pneumatic tire that has radial-ply casing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
radials

Λεξικό Δέντρο

biradial
radially
radial
radius
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store