Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quixotic
01
δοντικιώτικος, ουτοπικός
(of ideas or plans) hopeful or imaginative but impractical
Παραδείγματα
His quixotic optimism ignored the harsh economic realities.
Ο κυριολεκτικός οπτιμισμός του αγνοούσε τις σκληρές οικονομικές πραγματικότητες.



























