quixotic
quix
kwɪk
κουικ
o
ˈsɑ
σα
tic
tɪk
τικ
/kwɪksˈɒtɪk/

Ορισμός και σημασία του "quixotic"στα αγγλικά

01

δοντικιώτικος, ουτοπικός

(of ideas or plans) hopeful or imaginative but impractical
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most quixotic
συγκριτικός βαθμός
more quixotic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His quixotic optimism ignored the harsh economic realities.
Ο κυριολεκτικός οπτιμισμός του αγνοούσε τις σκληρές οικονομικές πραγματικότητες.

Λεξικό Δέντρο

quixotic
quixot
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store