Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Question
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
questions
Παραδείγματα
Can I ask you a question about the homework?
Μπορώ να σου κάνω μια ερώτηση για την εργασία;
02
ερώτηση, ζήτημα
the subject or topic being discussed, considered, or debated
Παραδείγματα
The question of climate change is central to political debates.
Το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής είναι κεντρικό στις πολιτικές συζητήσεις.
03
αμφιβολία, αβεβαιότητα
a state of doubt about truth or existence
Παραδείγματα
There was question about the report's accuracy.
Υπήρχε ερώτηση σχετικά με την ακρίβεια της έκθεσης.
04
πρόταση γάμου, αίτηση γάμου
a marriage proposal
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He finally popped the question.
Τελικά έθεσε την ερώτηση.
to question
01
αμφισβητώ, αμφιβάλλω
to have or express uncertainty about something
Transitive: to question sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
question
γ΄ ενικό πρόσωπο
questions
ενεστώτα μετοχή
questioning
απλός αόριστος
questioned
παθητική μετοχή
questioned
Παραδείγματα
She questioned the validity of the research findings due to inconsistencies in the data.
Αμφισβήτησε την εγκυρότητα των ερευνητικών αποτελεσμάτων λόγω ασυνέπειες στα δεδομένα.
02
ανακρίνω, ρωτώ
to officially ask someone a series of questions about something
Transitive: to question sb | to question sb about sth
Παραδείγματα
During the job interview, the employer questioned the candidate about their relevant experience.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης εργασίας, ο εργοδότης ανακάλυψε τον υποψήφιο για τη σχετική εμπειρία τους.
03
ρωτώ, ανακρίνω
to inquire or seek information
Intransitive
Παραδείγματα
During the lecture, students were encouraged to question freely.
Κατά τη διάρκεια της διάλεξης, οι μαθητές ενθαρρύνθηκαν να ερωτούν ελεύθερα.
Λεξικό Δέντρο
questionable
question
quest



























