questionably
q
k
u
w
e
ɛ
s
s
t
ʧ
io
ə
n
n
a
ə
b
b
l
l
y
i
British pronunciation
/kwˈɛst‍ʃənəbli/

Ορισμός και Σημασία του "questionably"

questionably
01

αμφίβολα, διφορούμενα

in a doubtful and uncertain manner
example
Example
click on words
The authenticity of the document was questionably verified by the authorities.
Η αυθεντικότητα του εγγράφου επιβεβαιώθηκε αμφίβολα από τις αρχές.
The decision to allocate funds to the project was questionably justified.
Η απόφαση να διατεθούν πόροι στο έργο δικαιολογήθηκε αμφίβολα.

Οικογένεια λέξεων

quest

Verb

question

Noun

questionable

Adjective

questionably

Adverb

unquestionably

Adverb

unquestionably

Adverb
download-mobile-app
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Langeek Mobile Application
Κατεβάστε την Εφαρμογή
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store