Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to put off
01
αναβάλλω, καθυστερώ
to avoid dealing with something, such as a responsibility or an issue
Transitive: to put off a responsibility or action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
put
ενεστώτας
put off
γ΄ ενικό πρόσωπο
puts off
ενεστώτα μετοχή
putting off
απλός αόριστος
put off
παθητική μετοχή
put off
Παραδείγματα
He always puts off doing his homework until the last minute.
Αυτός πάντα αναβάλλει να κάνει την εργασία του μέχρι το τελευταίο λεπτό.
1.1
αναβάλλω, καθυστερώ
to postpone an appointment or arrangement
Transitive: to put off an arrangement
Παραδείγματα
We had to put off the meeting because of the storm.
Πρέπει να αναβάλλουμε τη συνάντηση λόγω της καταιγίδας.
02
απομακρύνω, απωθώ
to cause a person to dislike someone or something
Transitive: to put off sb
Παραδείγματα
His arrogance really put me off.
Η αλαζονεία του πραγματικά με απώθησε.
03
αμηχανώ, κάνω να νιώθει άβολα
to make someone feel embarrassed or uncomfortable
Transitive: to put off sb
Παραδείγματα
The awkward silence during the dinner date put off both of them, making it a rather uncomfortable evening.
Η άβολη σιωπή κατά το δείπνο ραντεβού αποθάρρυνε και τους δύο, κάνοντας το βράδυ αρκετά άβολο.
04
αποσπώ την προσοχή, περισπώ
to distract someone
Transitive: to put off sb
Παραδείγματα
I was trying to focus, but his loud music put me off
Προσπαθούσα να συγκεντρωθώ, αλλά η δυνατή μουσική του με αποσπούσε.



























