Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Provision
01
διάταξη, ρήτρα
an agreed-upon condition or requirement outlined in an agreement, law, or document
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
provisions
Παραδείγματα
The contract includes a provision for early termination with a penalty.
Η σύμβαση περιλαμβάνει μια διάταξη για πρόωρη λύση με ποινή.
02
προμήθεια, παροχή
the act of making something available, especially necessities or services
Παραδείγματα
The provision of clean water is essential for public health.
Η παροχή καθαρού νερού είναι απαραίτητη για τη δημόσια υγεία.
03
προετοιμασία, διάταξη
the process of planning or preparing for future possibilities
Παραδείγματα
She made careful provision for her children's education in her will.
Έκανε προσεκτικές διατάξεις για την εκπαίδευση των παιδιών της στη διαθήκη της.
04
προμήθειες, αποθέματα
a stockpile or reserve of essential items, often for use in emergencies or travel
Παραδείγματα
The ship carried provisions for a three-month voyage.
Το πλοίο μετέφερε προμήθειες για ένα ταξίδι τριών μηνών.
to provision
01
προμηθεύω, εξοπλίζω
to equip someone or something with necessary items, resources, or services
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
provision
γ΄ ενικό πρόσωπο
provisions
ενεστώτα μετοχή
provisioning
απλός αόριστος
provisioned
παθητική μετοχή
provisioned
Παραδείγματα
The relief team provisioned the camp with food and medical supplies.
Η ομάδα ανακούφισης προμήθευσε το στρατόπεδο με τρόφιμα και ιατρικά υλικά.
Λεξικό Δέντρο
provisional
provision
vision



























