Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
providential
01
προνοιακός, τυχερός
peculiarly fortunate or appropriate; as if by divine intervention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most providential
συγκριτικός βαθμός
more providential
διαβαθμίσιμο
02
προνοητικός, θεϊκός
related to, or showing signs of divine guidance or care
Παραδείγματα
The traveler believed that the kind stranger who helped him during his journey was sent by a providential force.
Ο ταξιδιώτης πίστευε ότι ο καλός ξένος που τον βοήθησε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του είχε σταλεί από μια προνοητική δύναμη.
03
προνοιακός, θεϊκός
resulting from divine providence
Λεξικό Δέντρο
providentially
providential
provident
provide



























