providential
pro
ˌprɒ
pro
vi
vi
den
ˈdɛn
den
tial
ʃəl
shēl
presidential

Ορισμός και σημασία του "providential"στα αγγλικά

providential
01

προνοιακός, τυχερός

peculiarly fortunate or appropriate; as if by divine intervention 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most providential
συγκριτικός βαθμός
more providential
διαβαθμίσιμο
02

προνοητικός, θεϊκός

related to, or showing signs of divine guidance or care 
Παραδείγματα
The traveler believed that the kind stranger who helped him during his journey was sent by a providential force. 

Ο ταξιδιώτης πίστευε ότι ο καλός ξένος που τον βοήθησε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του είχε σταλεί από μια προνοητική δύναμη.

03

προνοιακός, θεϊκός

resulting from divine providence 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store