Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Province
01
επαρχία
the territory occupied by one of the constituent administrative districts of a nation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
provinces
02
πεδίο, πεδίο εμπειρογνωμοσύνης
the specific area or domain where one's actions, authority, or expertise are appropriate or effective
Παραδείγματα
His province as a chef involves creating innovative culinary experiences.
Η επιμέλεια του ως σεφ περιλαμβάνει τη δημιουργία καινοτόμων γαστρονομικών εμπειριών.
Λεξικό Δέντρο
provincial
provincial
province



























