protrusion
Pronunciation
/pɹətɹˈuːʒən/

Ορισμός και σημασία του "protrusion"στα αγγλικά

01

προεξοχή, προεξέχον μέρος

the act of extending beyond a surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
protrusions
Παραδείγματα
The protrusion of the rocks from the riverbed created obstacles for the boats passing through.
Η προεξοχή των βράχων από τον πυθμένα του ποταμού δημιούργησε εμπόδια για τα περνώντα σκάφη.
02

προεξοχή, εξόγκωμα

anything that extends from a surface
Παραδείγματα
The rock ’s uneven protrusion caused the water to flow in an unexpected direction.
Η άνιση προεξοχή του βράχου προκάλεσε τη ροή του νερού σε μια απροσδόκητη κατεύθυνση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store