Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
protruding
01
προεξέχων, εξογκωμένος
sticking out or extending beyond a surface, boundary, or line
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most protruding
συγκριτικός βαθμός
more protruding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The protruding roots of the tree created a tripping hazard on the path.
Οι προεξέχουσες ρίζες του δέντρου δημιούργησαν κίνδυνο πτώσης στο μονοπάτι.
Λεξικό Δέντρο
protruding
protrude



























