protruding
prot
ˈprət
prēt
ru
ru:
roo
ding
dɪng
ding
concludingintrudingexcludingbrooding

Ορισμός και σημασία του "protruding"στα αγγλικά

protruding
01

προεξέχων, εξογκωμένος

sticking out or extending beyond a surface, boundary, or line 
protruding definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most protruding
συγκριτικός βαθμός
more protruding
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
shape, position, objects
Παραδείγματα
The protruding roots of the tree created a tripping hazard on the path. 

Οι προεξέχουσες ρίζες του δέντρου δημιούργησαν κίνδυνο πτώσης στο μονοπάτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

protruding
protrude
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store