Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
proportional
01
αναλογικός, αναλογικό
having a consistent or balanced relationship in size, amount, or degree relative to something else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most proportional
συγκριτικός βαθμός
more proportional
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The amount of paint used is proportional to the size of the canvas.
Η ποσότητα χρώματος που χρησιμοποιείται είναι ανάλογη με το μέγεθος του καμβά.
02
αναλογικός
having a constant ratio
Proportional
01
αναλογικός
one of the quantities in a mathematical proportion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
proportionals
Λεξικό Δέντρο
disproportional
proportionality
proportionally
proportional
proportion
portion
port



























