Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
propitious
01
ευνοϊκός, ευμενής
having a high probability of producing a successful result
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most propitious
συγκριτικός βαθμός
more propitious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The propitious outcome of the initial tests suggested that the new technology would perform well on a larger scale.
Το ευνοϊκό αποτέλεσμα των αρχικών δοκιμών έδειξε ότι η νέα τεχνολογία θα λειτουργούσε καλά σε μεγαλύτερη κλίμακα.
Λεξικό Δέντρο
propitiously
propitiousness
unpropitious
propitious



























