prophylactic
pro
ˌprɑ
πρα
phy
φι
lac
ˈlæk
λαικ
tic
tɪk
τικ
/pɹˌɒfɪlˈæktɪk/

Ορισμός και σημασία του "prophylactic"στα αγγλικά

01

προφυλακτικό, κοντομ

a thin rubber or latex sheath worn over the penis during sexual intercourse to prevent conception or infection
Παραδείγματα
Prophylactics are widely available in most drugstores.
Τα προφυλακτικά είναι ευρέως διαθέσιμα στα περισσότερα φαρμακεία.
02

προφυλακτικό, προληπτικό

a drug, vaccine, or treatment used to prevent infection or disease
Παραδείγματα
Early administration of a prophylactic can stop symptoms from appearing.
Η πρώιμη χορήγηση ενός προφυλακτικού μπορεί να σταματήσει την εμφάνιση συμπτωμάτων.
prophylactic
01

προφυλακτικός, προληπτικός

taking substances or measures to prevent the occurrence or spread of disease or infection
Παραδείγματα
Good dental hygiene, like brushing and flossing, is a prophylactic habit to prevent tooth decay.
Η καλή στοματική υγιεινή, όπως το πλύσιμο των δοντιών και η χρήση οδοντικού νήματος, είναι μια προφυλακτική συνήθεια για την πρόληψη της τερηδόνας.
02

προληπτικός, προστατευτικός

serving to protect from harm or danger
Παραδείγματα
In folklore, salt was considered prophylactic against evil spirits.
Στον λαϊκό πολιτισμό, το αλάτι θεωρούνταν προφυλακτικό κατά των κακών πνευμάτων.
03

αντισυλληπτικός, προληπτικός της σύλληψης

designed to prevent pregnancy or fertilization
Παραδείγματα
Prophylactic measures help couples plan pregnancies safely.
Τα προφυλακτικά μέτρα βοηθούν τα ζευγάρια να σχεδιάζουν τις εγκυμοσύνες με ασφάλεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store