Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prophylactic
01
προφυλακτικό, κοντομ
a thin rubber or latex sheath worn over the penis during sexual intercourse to prevent conception or infection
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prophylactics
Παραδείγματα
He bought a box of prophylactics from the pharmacy.
Αγόρασε ένα κουτί προφυλακτικά από το φαρμακείο.
02
προφυλακτικό, προληπτικό
a drug, vaccine, or treatment used to prevent infection or disease
Παραδείγματα
The vaccine acts as a prophylactic against the virus.
Το εμβόλιο λειτουργεί ως προφυλακτικό κατά του ιού.
prophylactic
01
προφυλακτικός, προληπτικός
taking substances or measures to prevent the occurrence or spread of disease or infection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most prophylactic
συγκριτικός βαθμός
more prophylactic
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Taking vitamins can be a prophylactic step to maintain overall health.
Η λήψη βιταμινών μπορεί να είναι ένα προφυλακτικό βήμα για τη διατήρηση της γενικής υγείας.
02
προληπτικός, προστατευτικός
serving to protect from harm or danger
Παραδείγματα
The villagers carried charms they believed were prophylactic.
Οι χωρικοί κουβαλούσαν φυλαχτά που πίστευαν ότι ήταν προφυλακτικά.
03
αντισυλληπτικός, προληπτικός της σύλληψης
designed to prevent pregnancy or fertilization
Παραδείγματα
The use of prophylactic methods is essential for birth control.
Η χρήση προληπτικών μεθόδων είναι απαραίτητη για τον έλεγχο των γεννήσεων.
Λεξικό Δέντρο
prophylactic
prophylact



























