Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
proportional
01
αναλογικός, αναλογικό
having a consistent or balanced relationship in size, amount, or degree relative to something else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cost of living in a city is often proportional to its population density.
Το κόστος ζωής σε μια πόλη είναι συχνά ανάλογο της πυκνότητας πληθυσμού της.
02
αναλογικός
having a constant ratio
Proportional
01
αναλογικός
one of the quantities in a mathematical proportion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
proportionals
Λεξικό Δέντρο
disproportional
proportionality
proportionally
proportional
proportion
portion
port



























