Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Proposal
01
πρόταση γάμου, αιτηση γάμου
the action of asking a person to marry one
Παραδείγματα
He surprised her with a romantic proposal at sunset on the beach.
Την έκπληξε με μια ρομαντική πρόταση γάμου στο ηλιοβασίλεμα στην παραλία.
02
πρόταση, ιδέα
something suggested or put forward for consideration, such as an idea, plan, or assumption
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
proposals
Παραδείγματα
Her proposal to extend the project was accepted.
Η πρότασή της για την επέκταση του έργου έγινε αποδεκτή.
2.1
πρόταση, πρόταση
the act of presenting or suggesting something for consideration
Παραδείγματα
He made a proposal to improve safety measures.
Έκανε μια πρόταση για τη βελτίωση των μέτρων ασφαλείας.



























