proponent
pro
prə
prē
po
ˈpəʊ
pew
nent
nənt
nēnt
prominent

Ορισμός και σημασία του "proponent"στα αγγλικά

01

υποστηρικτής, υπερασπιστής

a supporter who usually speaks publicly in favor of a theory, idea, or plan 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
proponents
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store