Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Proponent
01
υποστηρικτής, υπερασπιστής
a supporter who usually speaks publicly in favor of a theory, idea, or plan
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
proponents
LanGeek



























