Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to propitiate
01
εξευμενίζω, κατευνάζω
to bring an end to the anger of a person, ghost, spirit, or god by pleasing them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
propitiate
γ΄ ενικό πρόσωπο
propitiates
ενεστώτα μετοχή
propitiating
απλός αόριστος
propitiated
παθητική μετοχή
propitiated
Παραδείγματα
The villagers offered sacrifices to propitiate the gods during the drought.
Οι χωρικοί προσέφεραν θυσίες για να εξευμενίσουν τους θεούς κατά τη διάρκεια της ανομβρίας.
Λεξικό Δέντρο
propitiation
propitiative
propitiatory
propitiate
propiti



























