Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
problematical
01
προβληματικός, δύσκολος
making great mental demands; hard to comprehend or solve or believe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most problematical
συγκριτικός βαθμός
more problematical
διαβαθμίσιμο
02
προβληματικός, αμφιλεγόμενος
involving or presenting difficulties, uncertainty, or controversy
Παραδείγματα
The project's funding is problematical, with many financial uncertainties.
Η χρηματοδότηση του έργου είναι προβληματική, με πολλές οικονομικές αβεβαιότητες.
Λεξικό Δέντρο
problematically
problematical
problematic
problem



























