Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to presage
01
προμηνύω, προαναγγέλλω
to serve as a sign or warning of a future event
Transitive: to presage a future event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
presage
γ΄ ενικό πρόσωπο
presages
ενεστώτα μετοχή
presaging
απλός αόριστος
presaged
παθητική μετοχή
presaged
Παραδείγματα
The dark clouds and distant thunder presage an impending storm.
Τα σκοτεινά σύννεφα και ο μακρινός κεραυνός προμηνύουν μια επικείμενη καταιγίδα.
Presage
01
προμήνυμα, οιωνός
a sign that something bad will happen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
presages
Παραδείγματα
The blood-red moon was seen as a presage of war.
Το αίματος κόκκινο φεγγάρι θεωρήθηκε ως προμήνυμα πολέμου.
02
προαίσθημα, προμήνυμα
a strong inner feeling or intuition of a troubling future event
Παραδείγματα
She felt a presage deep in her chest, warning her not to board the plane.
Ένιωσε μια προαίσθηση βαθιά στο στήθος της, που την προειδοποιούσε να μην επιβιβαστεί στο αεροπλάνο.



























