Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to presage
01
προμηνύω, προαναγγέλλω
to serve as a sign or warning of a future event
Transitive: to presage a future event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
presage
γ΄ ενικό πρόσωπο
presages
ενεστώτα μετοχή
presaging
απλός αόριστος
presaged
παθητική μετοχή
presaged
Παραδείγματα
The unusual behavior of wildlife presaged the earthquake that followed.
Η ασυνήθιστη συμπεριφορά της άγριας ζωής προμήνυε τον σεισμό που ακολούθησε.
Presage
01
προμήνυμα, οιωνός
a sign that something bad will happen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
presages
Παραδείγματα
The collapse of the bridge served as a grim presage of the town's neglect.
Η κατάρρευση της γέφυρας χρησίμευσε ως ένα ζοφερό προμήνυμα της παραμέλησης της πόλης.
02
προαίσθημα, προμήνυμα
a strong inner feeling or intuition of a troubling future event
Παραδείγματα
Even before the phone rang, he felt a presage of loss.
Ακόμα και πριν χτυπήσει το τηλέφωνο, αισθάνθηκε ένα προμήνυμα απώλειας.



























