Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prejudice
01
προκατακρίνω, επηρεάζω αρνητικά
to unfairly influence someone's opinion or judgment about someone or something
Transitive: to prejudice sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prejudice
γ΄ ενικό πρόσωπο
prejudices
ενεστώτα μετοχή
prejudicing
απλός αόριστος
prejudiced
παθητική μετοχή
prejudiced
Παραδείγματα
His past experiences with dishonesty prejudiced him against trusting anyone in similar situations.
Οι προηγούμενες εμπειρίες του με την ανειλικρίνεια τον προκατέβαλαν εναντίον της εμπιστοσύνης σε οποιονδήποτε σε παρόμοιες καταστάσεις.
02
βλάπτω, ζημιώνω
to harm or reduce someone's chances, prospects, or standing
Transitive: to prejudice an opportunity or prospect
Παραδείγματα
The biased assessment prejudiced his chances of a promotion.
Η προκατειλημμένη αξιολόγηση προκάλεσε ζημία στις πιθανότητες προαγωγής του.
Prejudice
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The novel explores themes of prejudice and social inequality.
Το μυθιστόρημα εξερευνά θέματα προκατάληψης και κοινωνικής ανισότητας.
02
προκατάληψη, ζημία
damage done to someone because of unfair ideas or beliefs about them
Παραδείγματα
The court agreed that the company ’s actions caused prejudice to the employee.
Το δικαστήριο συμφώνησε ότι οι ενέργειες της εταιρείας προκάλεσαν προκατάληψη στον εργαζόμενο.
Λεξικό Δέντρο
prejudiced
prejudice



























