Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Precinct
01
πεζόδρομος, εμπορική περιοχή κλειστή στην κυκλοφορία
a commercial area in a city or a town that is closed to traffic
Παραδείγματα
The city council decided to transform the old industrial area into a vibrant precinct with green spaces and community facilities.
Το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε να μετατρέψει την παλιά βιομηχανική περιοχή σε μια ζωντανή περιοχή με πράσινους χώρους και κοινοτικές εγκαταστάσεις.
02
περιοχή, διάμεσος
an enclosed or clearly defined area of a building or place
Παραδείγματα
Visitors were asked to remain within the precincts of the museum to ensure the preservation of the exhibits.
Ζητήθηκε από τους επισκέπτες να παραμείνουν στα όρια του μουσείου για να διασφαλιστεί η διατήρηση των εκθεμάτων.



























