Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
practicable
01
εφικτός, πρακτικός
able to be done or put into practice effectively
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most practicable
συγκριτικός βαθμός
more practicable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The idea sounds great in theory, but is it practicable in everyday situations?
Η ιδέα ακούγεται υπέροχη στη θεωρία, αλλά είναι πρακτική σε καθημερινές καταστάσεις;
02
εφαρμόσιμος, χρησιμοποιήσιμος
usable for a specific purpose
Λεξικό Δέντρο
impracticable
practicability
practicableness
practicable
practice



























