Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
possible
01
δυνατός, εφικτός
able to exist, happen, or be done
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most possible
συγκριτικός βαθμός
more possible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Even when it seems unlikely, making new friends in a new city is possible.
Ακόμα και όταν φαίνεται απίθανο, το να κάνεις νέους φίλους σε μια νέα πόλη είναι δυνατό.
1.1
δυνατός, εφικτός
able to happen or be imagined within realistic limits
Παραδείγματα
They provided the best possible care for the patient.
Παρείχαν την καλύτερη δυνατή φροντίδα για τον ασθενή.
02
πιθανός, δυνητικός
having the capacity or likelihood to happen or exist in the future
Παραδείγματα
He’s a possible future leader of the company.
Είναι ένας πιθανός μελλοντικός ηγέτης της εταιρείας.
Possible
01
δυνατό, επίτευξη
something achievable or attainable within one's capacity or situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
possibles
Παραδείγματα
Achieving a promotion was the possible for her after years of hard work.
Η επίτευξη μιας προαγωγής ήταν δυνατή για αυτήν μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς.
Παραδείγματα
The recruiter identified several possibles for the software engineering position.
Ο recruiter εντοπίστηκε αρκετούς πιθανούς υποψήφιους για τη θέση του μηχανικού λογισμικού.
Λεξικό Δέντρο
impossible
possibility
possibleness
possible



























