possible
Pronunciation
/ˈpɑsəbəl/

Ορισμός και σημασία του "possible"στα αγγλικά

01

δυνατός, εφικτός

able to exist, happen, or be done
possible definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most possible
συγκριτικός βαθμός
more possible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
To achieve the best possible result, we need to work together.
Για να επιτύχουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, πρέπει να συνεργαστούμε.
1.1

δυνατός, εφικτός

able to happen or be imagined within realistic limits
Παραδείγματα
The doctor recommended the best possible treatment plan for her condition.
Ο γιατρός συνέστησε το καλύτερο δυνατό σχέδιο θεραπείας για την κατάστασή της.
02

πιθανός, δυνητικός

having the capacity or likelihood to happen or exist in the future
Παραδείγματα
The young athlete is a possible future champion with proper training.
Ο νέος αθλητής είναι ένας πιθανός μελλοντικός πρωταθλητής με την κατάλληλη εκπαίδευση.
03

πιθανός, εύλογος

having an appearance of truth or reason
Παραδείγματα
Her explanation sounded possible, given the circumstances.
Η εξήγησή της ακουγόταν πιθανή, δεδομένων των συνθηκών.
01

δυνατό, επίτευξη

something achievable or attainable within one's capacity or situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
possibles
Παραδείγματα
The idea of starting his own business was a possible he was actively working to realize.
Η ιδέα της έναρξης της δικής του επιχείρησης ήταν ένα δυνατό στο οποίο εργαζόταν ενεργά για να πραγματοποιήσει.
02

πιθανός υποψήφιος, δυνητικός υποψήφιος

a person that could be suitable for a particular role
Παραδείγματα
He reviewed the possibles for the leadership role in the organization.
Εξέτασε τους πιθανούς υποψηφίους για τον ρόλο της ηγεσίας στον οργανισμό.

Λεξικό Δέντρο

impossible
possibility
possibleness
possible
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store