Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Portion
01
μερίδα, μέρος
an amount of food served to one person
Παραδείγματα
She served a generous portion of pasta on each plate for dinner.
Σέρβιρε μια γενναιόδωρη μερίδα ζυμαρικών σε κάθε πιάτο για δείπνο.
02
μέρος, μερίδα
a part or segment considered in relation to a whole
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
portions
Παραδείγματα
She read only a portion of the book.
Διάβασε μόνο ένα τμήμα του βιβλίου.
03
μέρος, ποσότητα
a part of a human-made object, less than the whole
Παραδείγματα
Only a portion of the sculpture survived the fire.
Μόνο ένα μέρος του γλυπτού επέζησε από τη φωτιά.
04
μέρος, μερίδιο
assets or contributions belonging to an individual or group
Παραδείγματα
Each partner received their portion of the capital.
Κάθε συνέταιρος έλαβε το μερίδιό του από το κεφάλαιο.
05
προίκα, φερνή
money or property a woman brings to her husband at marriage
Παραδείγματα
The bride's portion included jewelry and household items.
Η προίκα της νύφης περιλάμβανε κοσμήματα και είδη οικιακής χρήσης.
06
μοίρα, μέρος
one's overall circumstances or lot in life, including everything that happens to them
Παραδείγματα
He accepted his portion with patience and courage.
Αποδέχτηκε το μερίδιό του με υπομονή και θάρρος.
to portion
01
διανέμω, μοιράζω
to divide and distribute something into shares or allotments
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
portion
γ΄ ενικό πρόσωπο
portions
ενεστώτα μετοχή
portioning
απλός αόριστος
portioned
παθητική μετοχή
portioned
Παραδείγματα
She portioned the cake among the children.
Εκείνη μοίρασε την τούρτα στα παιδιά.
Λεξικό Δέντρο
proportional
proportion
portion
port



























