portfolio
port
pɔ:t
pawt
fo
ˈfəʊ
few
lio
liəʊ
liew
poliofoliooleo

Ορισμός και σημασία του "portfolio"στα αγγλικά

01

χαρτοφύλακας, πλαίσιο

a large, flat case, often made of leather, used for carrying loose papers, drawings, or maps 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
portfolios
Παραδείγματα
She carried her portfolio of sketches to the meeting. 

Μετέφερε το πορτφόλιο των σχεδίων της στη συνάντηση.

02

χαρτοφυλάκιο, υπουργείο

the responsibilities or office held by the head of a government department 
Παραδείγματα
The minister took on a new portfolio overseeing education. 

Ο υπουργός ανέλαβε ένα νέο χαρτοφυλάκιο που επιβλέπει την εκπαίδευση.

03

χαρτοφυλάκιο, χαρτοφυλάκιο επενδύσεων

a group of shares that a person or organization owns 
Παραδείγματα
She diversified her investment portfolio to include stocks, bonds, and real estate. 

Διαφοροποίησε το χαρτοφυλάκιό της για να συμπεριλάβει μετοχές, ομόλογα και ακίνητα.

04

πορτφόλιο, συλλογή έργων

a collection of creative works compiled to showcase skills or accomplishments to potential clients or employers 
Παραδείγματα
The designer presented her portfolio to the art director. 

Η σχεδιάστρια παρουσίασε το πορτφόλιο της στον καλλιτεχνικό διευθυντή.

05

χαρτοφυλάκιο, γαμά προϊόντων

the complete range of products or services offered by a company or organization 
Παραδείγματα
The company expanded its portfolio to include renewable energy solutions. 

Η εταιρεία επέκτεινε το χαρτοφυλάκιό της για να συμπεριλάβει λύσεις ανανεώσιμης ενέργειας.

Λεξικό Δέντρο

portfolio

port

+

folio

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store