Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to portend
01
προμηνύω, προαναγγέλλω
to serve as a sign or indication of a future event
Transitive: to portend a future event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
portend
γ΄ ενικό πρόσωπο
portends
ενεστώτα μετοχή
portending
απλός αόριστος
portended
παθητική μετοχή
portended
Παραδείγματα
The sudden drop in the stock market portends economic challenges ahead.
Η απότομη πτώση της χρηματιστηριακής αγοράς προμηνύει οικονομικές προκλήσεις μπροστά.
Λεξικό Δέντρο
portend
port
end



























